Ένα χειμερινό οδοιπορικό στη Βόρεια Ελλάδα (μέρος πρώτο) A dive to magic

Υ πάρχουν μέρη που πάντα ήταν στο μυαλό σου, πάντα ήταν ψηλά στη λίστα με τα ταξίδια που θα ήθελες να κάνεις και όμως για κάποιο λόγο ποτέ δε τα κατάφερες να πας. Και έρχεται μια στιγμή που το σύμπαν συνωμοτεί, όλα ξαφνικά κάθονται τέλεια και βρίσκεσαι περικυκλωμένος από τη καλύτερη δυνατή παρέα έτοιμος να πραγματοποιήσεις το ταξίδι που πάντα ήθελες με το πιο ιδιαίτερο τρόπο!

Έτσι ένοιωσα όταν οι κουμπάροι μου πρότειναν ένα roadtrip στη Βόρεια Ελλάδα. Πριν προλάβω να πω οτιδήποτε (δηλαδή “ναι”) άρχισαν να ξετυλίγουν το πλάνο τους που περιελάμβανε να γυρίσουμε ένα κομμάτι στα βουνά της Πίνδου με 4×4, να πάμε στο σπίτι ενός φίλου μέσα στο δάσος, να συνεχίσουμε στα Μετέορα, στη λίμνη Πλαστήρα και… εκεί περίπου τους σταμάτησα γιατί δε χρειαζόταν να ακούσω τίποτα άλλο. Πηδούσα ήδη από τη χαρά μου!

Αυτά τα ειδυλλιακά ήταν το αρχικό πλάνο. Η πραγματικότητα όμως ήρθε να τα κάνει λίγο πιο περίπλοκα. Φτάνοντας στις μέρες της αναχώρησης, ήρθαν οι προγνώσεις του καιρού για άγρια καιρικά φαινόμενα στη περιοχή. Βαριά χιονόπτωση και θερμοκρασίες κατά τόπους χαμηλότερες από -10 βαθμούς Κελσίου. Δεν ήθελα να είμαι εγώ αυτός που ξεστόμιζε την ερώτηση “μήπως να το ακυρώσουμε” αλλά κάποιος έπρεπε να το πει. Απλά θα πάρουμε τα πιο χοντρά μας ρούχα και θα φροντίσουμε να έχουμε αλυσίδες για το χιόνι ήταν η απάντηση των γενναίων γονιών της παρέας, οπότε αφού αυτοί ήταν αποφασισμένοι, φύγαμε!!

Φτάσαμε με τη βραδυνή πτήση στην Αθήνα που ήταν το σημείο εκκίνησης μας. Με λίγη προσπάθεια από εδώ, λίγο σπρώξιμο από εκεί, καταφέραμε να χωρέσουμε όλα μας τα πράγματα στο αυτοκίνητο και ξεκινήσαμε επί τόπου με προορισμό τα Κανάλια, Καρδίτσας. Η Φραντζέσκα είχε ένα σπίτι σε αυτό το φανταστικό χωριό και θα χρησίμευε ως ενδιάμεσος σταθμός για να χωρίσουμε την απόσταση μεταξύ Αθήνας και Γρεβενών. Ευτυχώς, η πρόβλεψη για χιόνι δεν επαληθεύτηκε και έτσι απλά είχαμε οδήγηση με πολύ βροχή. Και πολύ κρύο.

Το επόμενο πρωί ουσιαστικά ήταν η αρχή της περιπέτειας μας! Κάτω από ένα μουντό ουρανό και θερμοκρασίες που φλερτάριζαν με το μηδέν, αρχίσαμε να κατευθυνόμαστε βόρεια, αφήνοντας πίσω το κάμπο και μπαίνοντας στα βουνά.

Για να είμαι ακριβής, ο προορισμός μας δεν ήταν τα Γρεβενά. Απλά κάπου εκεί πριν φτάσουμε στη πόλη, θα εγκαταλείπαμε το εθνικό οδικό δίκτυο και θα κατευθυνόμασταν μέσα στα δάση, όπου ένας φίλος είχε ένα μικρό σπίτι. Μόλις αφήσαμε και το τελευταίο ασφαλτόδρομο και μπήκαμε στους δασικούς δρόμους, το ταξίδι άρχισε να γίνεται πραγματικά ενδιαφέρον!

Με πολύ μάλλον προσπάθεια, κάπου στο κέντρο της παραπάνω φωτογραφίας διακρίνεται ένα άσπρο σπιτάκι μόνο του. Εκεί ήταν που πηγαίναμε! Και μόλις φτάσαμε, πάνω που ήμασταν έτοιμοι να αράξουμε, βλέπουμε τους φίλους που μας περίμεναν με τα πράγματα έτοιμα: σχάρες, κρεάτα και λουκάνικα. Φύγαμε! Για πού; Μόλις φτάσαμε! Πάμε στο ποτάμι για πικ νικ, να ψήσουμε! Εντάξει, η φάση ήταν θεϊκή.

Μετά από μια μικρή πεζοπορία, φτάσαμε στο ποτάμι. Από το κρύο οι όχθες ήταν παγωμένες. Το χειμωνιάτικο σκηνικό περιελάμβανε αυτά τα έντονα πράσινα και καφέ χρώματα της φύσης και με το σκοτεινό ουρανό από πάνω μας ήταν όλα πολύ εντυπωσιακά. Μέχρι να στήσει ο Φοίβος τη φάση, αρχίσαμε να εξερευνούμε τη περιοχή. Ο Αντώνης ήταν ενθουσιασμένος γιατί στη περιοχή ήταν γνωστό ότι υπάρχουν αρκούδες και μάλιστα ίχνη τους υπήρχαν πάνω στο νωπό χώμα στις όχθες του ποταμιού. Ενώ αυτός ήλπιζε να μπορέσουμε να δούμε καμιά αρκούδα, εγώ μέσα μου ευχόμουν το αντίθετο. Αλλά ακολουθούσα, μη τυχόν και φανεί ότι δείλιασα.

Δεν άργησα να ξεχάσω εντελώς τους φόβους μου. Το μόνο που χρειάστηκε ήταν να αρχίσω να τραβάω φωτογραφίες, οπότε και απορροφήθηκα εντελώς. Μετά που βγήκαν και τα λουκάνικα, ήπιαμε και τα πρώτα τσίπουρα, κανένα άγχος. Μόνο γέλιο και χαρά.

Επιστρέψαμε στο σπίτι και συνεχίσαμε με τα τσιπουράκια. Μας πήρε το βράδυ και τα μαζέψαμε για να επιστρέψουμε στο Τρίκωμο, το χωριό που θα μέναμε. Καθώς έπεφτε η νύχτα, το κρύο έγινε πιο δριμύ και οι πρώτες νιφάδες χιονιού έκαναν την εμφάνιση τους.

Το επόμενο πρωί ανοίγοντας το παράθυρο, το είχε στρώσει κανονικά.

Η Ματίνα άρχισε να φωνάζει από ενθουσιασμό και εγώ δε μπορούσα να απομακρύνω το χαζό χαμόγελο από το πρόσωπο μου. Μετά από ένα μεγαλειώδες πρωινό από τα χεράκια της ιδιοκτήτριας του ξενώνα που μέναμε, μαζευτήκαμε όλοι, βάλαμε ότι ρούχα είχαμε και ξεκινήσαμε με κατεύθυνση του γεφύρι του Αζίζ Αγά. Όλοι έμοιαζαν να ξέρουν το μέρος και το πού πάμε, εγώ τίποτα. Όχι πως είχε ιδιαίτερη σημασία, απλά φτάνοντας βρέθηκα προ εκπλήξεως γιατί νόμιζα ότι τέτοια μέρη υπάρχουν μόνο στη φαντασία.

Δε ξέρω αν ο παραπάνω χαρακτηρισμός είναι υπερβολικός ή όχι. Ίσως το όλο σκηνικό, με το φρέσκο κατάλευκο χιόνι που μόλις είχε δημιουργήσει μια πρώτη στρώση και τις απαλές νιφάδες που έπεφταν στα πρόσωπα μας, έκανε το τοπίο μαγευτικό εκείνη τη στιγμή μονάχα. Όπως και να έχει, εμείς το ζήσαμε σαν κάτι μοναδικό και το απολαύσαμε δεόντως, μέχρι να έρθει η ώρα να ξαναγυρίσουμε στα αυτοκίνητα μας και να ξεκινήσουμε τη πορεία μας προς τον επόμενο σταθμό. Μόνο που αυτή τη φορά, χρειαζόταν να σταματάμε συνεχώς για να θαυμάζουμε τα τοπία από τα οποία περνούσαμε και να βγάζουμε φωτογραφίες.

Ο προορισμός μας ήταν το φαράγγι της Πορτίτσας και από τις περιγραφές των φίλων μας και τα τοπία τριγύρω μας, μας είχε κυριεύσει ο ενθουσιασμός. Πόσο απέχουμε από το φαράγγι; ρωτούσα κάθε τρεις και λίγο και μόλις πήρα μια ικανοποιητική απάντηση του τύπου καναδυό χιλιόμετρα, εγώ, η Ματίνα και άλλοι δυο φίλοι πηδήξαμε από τα αυτοκίνητα και το πήραμε περπατώντας.

Όταν φτάσαμε στην είσοδο του φαραγγιού, το χιόνι είχε ήδη σταματήσει να πέφτει και ο ήλιος προσπαθούσε να κάνει μια δειλή εμφάνιση. Οι άλλοι που είχαν συνεχίσει με τα αυτοκίνητα είχαν ήδη φτάσει εδώ και ώρα και ο Φοίβος είχε στήσει ένα γκαζάκι και ετοίμαζε ζεστό τσάι. Κάτσαμε στην όχθη του ποταμιού απολαμβάνοντας από τη μία τη θέα και από την άλλη την ευχάριστη επίδραση του ζεστού ροφήματος μέσα στο κρύο. Σε τέτοιες όμορφες και ήρεμες στιγμές, αν αφεθείς μπορείς να παρασυρθείς σε σκέψεις φιλοσοφικές, αλλά εγώ ήταν αδύνατο να ηρεμήσω την υπερένταση που μου προκαλούσε η μεγαλοσύνη του τοπίου γύρω μου. Τα μάτια μου προσπαθούσαν να καταβροχθίσουν ό,τι οπτική πληροφορία βρισκόταν μπροστά μου και να φυλακίσουν στη μνήμη μου την ομορφιά του φαραγγιού, του ποταμού, των χιονισμένων βουνών, του πέτρινου γεφυριού.

Στις ιστορίες του Αστερίξ, κάθε χαρούμενη μέρα κλείνει με ένα μεγάλο φαγοπότι. Έτσι και εμείς, με τον ήλιο να πλησιάζει στη δύση του, με το που προτάθηκε να αναχωρήσουμε για φαγητό, συμφωνήσαμε χωρίς δισταγμό. Ήταν η ώρα για το δικό μας μεγάλο φαγοπότι!!

Φτάσαμε μετά από λίγο στο Σπήλαιο. ο Φοίβος ήξερε ακριβώς πού να μας πάει και τί να παραγγείλουμε. Και δεν έπεσε καθόλου έξω! Το φαγητό ήταν θεϊκό και αδυνατώ να θυμηθώ τί και πόσο φάγαμε. Το μόνο που θυμάμαι καθαρά ήταν ότι στο τέλος ο καθένας μας προσπαθούσε να βρει ένα τρόπο να χωνέψει… άλλος με κανα τσιπουράκι, άλλος με σόδα, άλλοι με ζαντάκ…

Φυσικά μετά από τέτοιο φαγοπότι, τέρμα οι φωτογραφίες. Όχι και το ταξίδι όμως!! Μείνετε συντονισμένοι για το δεύτερο μέρος!!

Ανδρέας
Πίνδος, 2015/16.

Submit a comment

Your email address will not be published. Required fields are marked *

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.